• 38ος Παράλληλος
    "ο Ορίζοντας" Διεθνής Συνάντηση Νέων Εικαστικών

    22/5/2004 - 30/9/2004

38ος Παράλληλος - Ο Ορίζοντας
Διεθνής Συνάντηση Νέων Εικαστικών 2004

Ηνωμένες Πολιτείες - Πορτογαλία - Ισπανία - Ιταλία - Ελλάδα - Τουρκία - Ιράν - Τουρκμενιστάν - Ουζμπεκιστάν - Ταζικιστάν - Κίνα - Κορέα - Ιαπωνία

38ος Παράλληλος: διασχίζει την Αθήνα και ενώνει την Ανατολή με τη Δύση. Πόλεις και χώρες, που δέχονται το φως του ήλιου πάνω σ' αυτόν, με διαφορετικές γλώσσες, θρησκείες και δόγματα, ήθη, έθιμα και φιλοσοφίες. Στόχος μας είναι, όχι η εξομοίωση τους, που η “σύγχρονη παγκοσμιοποίηση” επιδιώκει να επιφέρει, αλλά ο διαπολιτισμικός διάλογος ανάμεσα σ' αυτές τις χώρες για μια διατύπωση των κοινών τους χαρακτηριστικών μαζί με τις όποιες διαφορές τους, που συνθέτουν την παγκόσμια αρμονία.

Η έκθεση πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, της Πρεσβείας της Ισπανίας στην Ελλάδα, του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου της Αθήνας, του Γενικού Προξενείου του Ουζμπεκιστάν στην Αθήνα, της Ακαδημίας Τεχνών του Ουζμπεκιστάν, του Μορφωτικού Κέντρου της Πρεσβείας του Ιράν στην Αθήνα, του δικτύου Kanoon του Ιράν και του συλλόγου “Φίλοι του Σκιρώνειου Μουσείου” και την συμπαράσταση της κας Βάσω Κόλλια, ιστορικού τέχνης κας Ειρήνη Σαββανή, της κας Beral Madra, του κ. Guido Cabib της αίθουσας τέχνης Changing Role - Move Over της Napoli, του κ. Davide Stroppa της αίθουσας τέχνης Pianissimo του Milano και του κ. Pedro Oliveira της αίθουσας τέχνης Pedro Oliveira του Porto.

Επιμέλεια έκθεσης: Δρ. Βίκυ Καραΐσκου

ΣΚΙΡΩΝΕΙΟ 38ος Παράλληλος

Το αίτημα της πολιτισμικής συνύπαρξης και ταυτόχρονα της διατήρησης της διαφορετικότητας και της αυτονομίας, έχει σημαδέψει την ιστορία κυρίως των τελευταίων δεκαετιών. Όταν οι πολλοί και διαφορετικοί μεταξύ τους παράλληλοι κόσμοι με τις παράλληλες ιστορίες τους καλούνται να συναντηθούν και να συνυπάρξουν, η ανάγκη της επιβίωσης για την κάθε μονάδα αποδεικνύεται πολύ πιο δυνατή από κάθε άλλη υπερδομή και σύμβαση. Η ανάγκη αυτή, καθοριστικός παράγοντας διαμόρφωσης της ανθρώπινης ιστορίας, είτε παίρνει την μορφή της αντοχής, της αποδοχής και της αλληλοσυμπλήρωσης, όταν ικανοποιεί βασικές προϋποθέσεις και δημιουργεί το αίσθημα της ασφάλειας, είτε, όταν δεν ικανοποιείται η προηγούμενη συνθήκη, εκδηλώνεται με βίαιη σύγκρουση που οδηγεί στην επικράτηση του εκάστοτε ισχυροτέρου σχήματος.

Το Σκιρώνειο Μουσείο Πολυχρονόπουλου υπήρξε πάντα ένας τόπος-σταυροδρόμι διαλόγου και έρευνας. Η προτεραιότητα που δόθηκε, από την αρχή της λειτουργίας του, στον διεθνή εικαστικό χώρο και στους νέους καλλιτέχνες εξυπηρετεί έναν από τους βασικούς σκοπούς του Μουσείου, που είναι η αντιμετώπιση του σύγχρονου κόσμου και των προβλημάτων του μέσα από την ματιά των νέων δημιουργών. Στο ίδιο πνεύμα, η παρούσα έκθεση ορίζει την θεματική της ως πρόκληση - προβληματισμό φέρνοντας αντιμέτωπους καλλιτέχνες από διαφορετικούς πολιτισμούς, με διαφορετικά ερεθίσματα, ήθη, έθιμα, γλώσσα, θρησκεία και φιλοσοφικό υπόβαθρο. Στους χώρους του Μουσείου η ματιά της Άπω Ανατολής – της Κίνας, της Ιαπωνίας, της Κορέας– συνυπάρχει με αυτήν της Μέσης Ανατολής – του Ιράν, του Τουρκμενιστάν, του Ταζικιστάν, του Ουζμπεκιστάν και της Τουρκίας – για να συναντήσει τον Δυτικό κόσμο, την Ευρώπη και την Αμερική. Ο 38ος Παράλληλος γίνεται, έτσι, αφορμή για την συνάντηση της εικαστικής έκφρασης αυτών των χωρών, την αναζήτηση των κοινών τους στοιχείων ή την διαπίστωση της διαφορετικής τους ματιάς.

Ο 38ος Παράλληλος διασχίζει χώρες με πληθυσμούς από τους μεγαλύτερους της γης και συμπυκνώνει ολόκληρη, σχεδόν, την ανθρώπινη ιστορία. Συνδέει την Ανατολή με τη Δύση μέσα από τους τόπους των μεγαλύτερων πολιτισμικών συγκρούσεων που σημάδεψαν την ανθρωπότητα από την αρχαιότητα ως την σύγχρονη εποχή: Ο Κινέζικος πολιτισμός, από τη μία πλευρά, αποτελεί σημείο αναφοράς για ολόκληρη την Άπω Ανατολή και τον αντίποδα του Δυτικού πολιτισμού, στην βάση του οποίου υπάρχει ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο, οι Μουσουλμανικές χώρες της Μέσης Ανατολής έχουν δώσει το δικό τους στίγμα στη διάρκεια των αιώνων. Ο 38ος Παράλληλος γίνεται, έτσι, σύμβολο της ένωσης της Ανατολής με τη Δύση μέσω ενός άλλου χώρου-συμβόλου, της Αθήνας.

Οι έννοιες και τα προβλήματα της συνάντησης, της μετακίνησης, της συνύπαρξης, της ανταλλαγής εμπειριών, αντιλήψεων, τρόπων ζωής και ιδεών αποτέλεσαν, για τους λαούς που βρίσκονται πάνω σε αυτόν, βασικό ζητούμενο σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους, η οποία είναι χαρακτηριστικό πως προκύπτει μέσα από τις συνεχείς, εντός και εκτός των εκάστοτε συνόρων τους, ανακατατάξεις και επανατοποθετήσεις. Ζητούμενο υπήρξε πάντα η επίτευξη μιας βιώσιμης ισορροπίας. Η ανάγκη ελέγχου και επιβίωσης, η φυσική τάση της επιβολής του ισχυροτέρου πολιτικού-κοινωνικού ή οικονομικού σχήματος δημιούργησαν τις συνθήκες ανατροπών, οδηγώντας σε συγκρούσεις που, συχνά, πήραν τη μορφή εκρηκτικών καταστάσεων. Σε άλλες περιπτώσεις, πάλι, η επίτευξη αυτής της βιώσιμης ισορροπίας και της συνύπαρξης έγινε με ειρηνικό τρόπο, με συγχωνεύσεις μέσα από τους δρόμους του εμπορίου και των αναίμακτο μετακινήσεων. Ανεξάρτητα από την διαδικασία, διαπιστώνει κανείς πως ο 38ος Παράλληλος αποτελεί πραγματικά ένα σύμβολο για την ανθρωπότητα: Οι πολιτισμοί που δημιουργήθηκαν πάνω σε αυτόν αποτελούν σημεία αναφοράς ακριβώς γιατί κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν την επιβίωση και την ανάπτυξή τους διαχέοντας τα πολιτισμικά τους στοιχεία και δημιουργώντας μια συνεχώς ευρύτερη, κοινή βάση, συνάντησης και συνεννόησης.

Οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες και τα έργα τους:

Η Μάντη Αλμπάνη (Ελλάδα) αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές καταστάσεις ως πεδίο άσκησης αντίρροπων δυνάμεων και επιχειρεί, μέσω του έργου της, την ανάλυση και διερεύνηση της φύσης τους. Στην προκειμένη περίπτωση αντιμετωπίζει τον 38ο Παράλληλο ως σύνορο και εξωγενή διαχωριστικό παράγοντα, ως σύμβολο καταπίεσης και αντιπαράθεσης που απαγορεύει την ελεύθερη κίνηση και επικοινωνία. Με αφορμή την εμπειρία των κατοίκων της Κορέας (ο 38ος Παράλληλος χωρίζει την Βόρεια από τη Νότια Κορέα), που είναι υποχρεωμένοι να προσαρμόσουν το σχήμα της ζωής τους εμποδίζοντας την φυσική της εξέλιξη και ανάπτυξη, αρθρώνει ένα ευρύτερο σχόλιο παραπέμποντας σε όλα τα στεγανά και νεκρά σχήματα που συνεχίζουν να καθορίζουν ζωές και ιστορικές πορείες, μόνο και μόνο επειδή κουβαλούν την αδράνεια, το βάρος και το κόστος του παρελθόντος. Στο έργο της “Op-pression”, το τεχνητό στοιχείο-σύνορο συμπιέζει και παραμορφώνει το οργανικό στοιχείο που περιλαμβάνει. Η ψυχρότητα του υλικού και η καθαρή, γεωμετρική του φόρμα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο του. Αυτό, μέσα από μια χαώδη κίνηση και συμπεριφορά, επιμένει να βρίσκει διεξόδους και τον απαραίτητο ζωτικό χώρο, διαφοροποιώντας το σχήμα του και προσαρμοζόμενο, με όποιο τρόπο του είναι δυνατόν, στις συνθήκες που του επιβάλλονται, ακυρώνοντας σε μεγάλο βαθμό την πρόθεση των τεχνητών του ορίων να το ορίσουν και να το περιορίσουν.

Το έργο του Abdoulazim Azarkheil (Ιράν) είναι αφιερωμένο στην ιδέα του Oλυμπισμού και της Oλυμπιακής οικογένειας. Στο γλυπτό του “Ολυμπιακή Οικογένεια, Ειρήνη” οι φόρμες των πέντε μορφών του που συμπλέκονται μεταξύ τους, συμβολίζουν τις πέντε ηπείρους και κατ’ επέκταση όλες τις χώρες που διασχίζονται από τον 38ο Παράλληλο, τις οποίες συνδέουν, τελικά, κοινές επιθυμίες, ανάγκες και όνειρα.

Η Χριστίνα Γούσια (Ελλάδα) ενώνει τον κόσμο πάνω στον 38ο Παράλληλο μέσα από το πιο ελάχιστο, ουσιώδες και πολύτιμο ίχνος της ανθρώπινης ύπαρξης, στοιχείο ζωής και θανάτου ταυτόχρονα: το αίμα. Στο έργο της “Χωρίς Τίτλο” παραθέτει μια σειρά από σταγόνες αίματος πάνω σε δοκιμαστικές ταινίες μικροβιολογικού εργαστηρίου, δείγματα ταυτότητας και παρουσίας διαφορετικών ανθρώπων, και της αποθέτει πάνω σε λευκό σεντόνι, σύμβολο συνδεδεμένο με την αρχή και το τέλος της ζωής. Η Γούσια επιμένει να αναπτύσσει την εικαστική τη σκέψη σε επάλληλους κύκλους: το αίμα ορίζει την αρχή και το τέλος της ζωής, το σεντόνι υποδέχεται μια νέα ζωή και αποχαιρετά μια πεπερασμένη, ο 38ος Παράλληλος είναι ένας άλλος νοητός κύκλος που ενώνει ή χωρίζει, τα δείγματα αίματος αυτών των διαφορετικών ανθρώπων πάνω στα λευκά σεντόνια καλύπτουν περιμετρικά τους τοίχους του χώρου. Κάθε μια από αυτές τις σταγόνες συμπυκνώνει μία διάρκεια ζωής στον χώρο και στον χρόνο με ό,τι μπορεί να την διακρίνει και να την περιγράψει. Κρύβει, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει με σαφήνεια, την ύπαρξη διαδρομών, πραγματικών ή νοερών. Η ψευδαίσθηση της σχεδόν απόλυτης εξωτερικής τους ομοιομορφίας διαψεύδεται και ανατρέπεται από τον τρόπο της αρχειακής και επιστημονικής τους παράθεσης και παρουσίασης που δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την σημασία της μοναδικότητας της.

Οι μύθοι-παραμύθια, τα σύμβολα και οι μηχανισμοί πάνω στους οποίους βασίζουν τη δύναμή τους, αποτέλεσαν στο παρελθόν αντικείμενο του εικαστικού προβληματισμού της Γεωργίας Δαμοπούλου (Ελλάδα). Αναζητώντας τις κρυμμένες αλήθειες πίσω από αυτά, τα χρησιμοποιεί ως μίτο της Αριάδνης που την οδηγούν, αν όχι στην γνώση, στην ψηλάφηση της πραγματικής τους ταυτότητας. Ο 38ος Παράλληλος εδώ δεν μεταπλάθεται σε άλλο μύθο, αλλά καταλήγει σε μια γνήσια πηγή ονείρου: στην αυθόρμητη, αχαλίνωτη και αποκαλυπτική φαντασία των παιδιών. Τα παιδιά, στην προκειμένη περίπτωση, αντιμετωπίζονται ως η μοναδική δυνατότητα και ελπίδα αλλαγής της υπάρχουσας πραγματικότητας. Μέσα από τα όνειρα-επιθυμίες τους ενοποιείται χώρος και χρόνος και καταργείται κάθε είδους είδος ορίου. Η Δαμοπούλου με το έργο της “Παιδικά Όνειρα” δημιουργεί ένα περιβάλλον ρευστό και ανάλαφρο, σχεδόν μαγικό, στο οποίο δεν ισχύουν τα σχήματα, οι νόμοι και οι κανόνες του ενήλικου κόσμου, όπου άρονται και ανατρέπονται τα δεδομένα. Μια σειρά παιδικών φωτογραφιών-πορτραίτων από τις χώρες του 38ου Παραλλήλου τοποθετημένες εναλλάξ με σύντομα γράμματά τους - όπου αφηγούνται τα δικά τους όνειρα, καταγράφουν τον δικό τους τρόπο που αντιλαμβάνονται τον κόσμο και μιλούν για τις δικές τους επιθυμίες - διατρέχει περιμετρικά τον χώρο. Σε αυτόν τον ερμητικά κλειστό και ιδιαίτερο κόσμο τους, τα παιδιά, μέσα από τον λόγο τους που ακολουθεί τις αυθαίρετες διαδρομές των ονείρων τους, μετατρέπουν το μη-υπαρκτό σε πραγματικό και αντίστροφα, χρησιμοποιώντας μόνο τη δύναμη των επιθυμιών και της φαντασίας τους. Η λευκότητα του χώρου εντείνει την αίσθηση του άλλοκοτου και του “άλλου”, ενώ η επίσης λευκή, σχεδόν άυλη, κούνια που αιωρείται αντίθετα με την κάθε λογική, μοιάζει να ανυψώνεται από το μουρμουρητό νανούρισμα της Louise Bourgeois.

Η Ειρήνη Δεληκούρα (Ελλάδα) στο έργο της “Χωρίς Τίτλο” επιλέγει ένα κοινό καθημερινό αντικείμενο, την καρέκλα, μετατρέποντας την σε σύμβολο. Φθαρμένη από την χρήση και τον χρόνο υπονοεί την ανθρώπινη παρουσία και συνδέεται με βασικές, επαναλαμβανόμενες προσωπικές συνήθειες και εμπειρίες. Το συρματόπλεγμα πάνω στο οποίο οι καρέκλες βρίσκονται γαντζωμένες λειτουργεί ως όριο και ως εμπόδιο διευρύνοντας τον νοηματικό τους υπόβαθρο.

Οι “Τόποι της Μνήμης” της Armida Gandini (Ιταλία) αναφέρονται στην διαδικασία δημιουργίας της μνήμης και μέσω αυτής, στην αναζήτηση της ταυτότητας. Στην ενότητα του έργου της στο Σκιρώνειο Μουσείο καταγράφει στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής των παιδιών, τα οποία γίνονται εικόνες-κλειδιά και σύμβολα-καταλύτες των φαύλων κύκλων που διαγραφούν οι ενήλικες πορείες, αφού οι δικοί τους κανόνες συμπεριφοράς και αντίδρασης στα ερεθίσματα που δέχονται θεωρούνται δεδομένα διαφορετικοί, ενώ ταυτόχρονα, τους επιτρέπεται να κινηθούν στον παράλληλο, λυτρωτικό κόσμο των παραμυθιών. Σε αντίθεση με την ακρίβεια και την απτότητα της φωτογραφικής τους παρουσίας, ο χώρος όπου κινούνται δηλώνεται στοιχειωδώς, μοιάζει ερμητικός, σχεδόν εξωπραγματικός και αχανής, χωρίς αναφορές, όπως ακριβώς στις ξεθωριασμένες εικόνες του παρελθόντος μας που μοιάζει να έχουν χάσει τους συσχετισμούς τους ή την σχέση τους με τον παρόντα χρόνο. Σε ανάλογα παραβολικό λεξιλόγιο αναπτύσσεται το έργο της στο Σκιρώνειο Κέντρο Κηφισιάς. Τα όνειρα-επιθυμίες των λαών και των πολιτισμών και το αέναο πήγαινε-έλα τους σε Ανατολή και Δύση μέσα από τους δρόμος του μεταξιού, των μπαχαρικών, του καπνού, πήραν σάρκα και οστά στα παραμύθια και στους θρύλους που έρχονται να δώσουν τα δικά τους σχήματα στις ανθρώπινες ζωές. Το “La vie delle fiabe” (“Ο δρόμος των παραμυθιών”) έργο που υφίσταται αυτόνομα, αλλά και σε άμεση σχέση με τα υπόλοιπα του χώρου, γίνεται το σημείο συνάντησης, αντιπαραθέσεις και αφομοίωσης των διαφόρων πολιτισμών σε μια προσπάθεια δημιουργίας ενός διαλόγου μέσω της κοινής γλώσσας της τέχνης.

Ο Cézar Minoru Harada (Ιαπωνία) κάνει μια απόπειρα επιστροφής σε καταστάσεις και σχήματα αρχέγονα. Στο Σκιρώνειο Μουσείο επέλεξε τον χώρο μια σπηλιάς, η οποία λειτουργεί με διττή έννοια: ως καταφύγιο φυσικό και ως εσωτερικός, εντελώς προσωπικός χώρος προστασίας, ενδοσκόπησης, σιωπής, αναζήτησης και αναμονής. Το φυσικό περιβάλλον, απόλυτα απαλλαγμένο από πολιτισμικές φορτίσεις, πυροδοτεί εκφράσεις αυθόρμητες που προκύπτουν ως ανάγκη του βαθύτερου είναι, κοινός πυρήνας σε κάθε άνθρωπο ανεξάρτητα από την εθνικότητα και την φυλή του. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης γίνεται ο ενδιάμεσος μεταξύ τέχνης και θεατή, ξεκινά την αισθητική εμπειρία σχεδιάζοντας απλά σύμβολα και εικόνες στα τοιχώματα της σπηλιάς και προσκαλώντας την αντίδραση-συμμετοχή του κοινού (έργο “Η Σπηλιά”). Στο Σκιρώνειο Κέντρο στην Κηφισιά σχολιάζει μέσα από την εικόνα του video (έργο “Peace-War”) γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία του 20ού αιώνα και όρισαν, παλιότερα και πρόσφατα, την μοίρα χιλιάδων ανθρώπων: την ρήψη της βόμβας στην Χιροσίμα και την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Μαρτίου στη Μαδρίτη. Ο τύπος, με τα πρωτοσέλιδα σχόλια που παρουσιάστηκαν ταυτόχρονα παντού, κατέστησε ολόκληρη την ανθρωπότητα κοινωνό των γεγονότων, ενώνοντάς την γύρω από αυτά. Μέσα από αυτόν μεταφέρονται οι αντιδράσεις που, σαν ωστικό κύμα, κατέκλυσαν όλο τον κόσμο, οι κραδασμοί, οι διαφορετικές χροιές και τόνοι και ο τρόπος που έγιναν αυτά αντιληπτά. Στην εικόνα του video η ροή της εικόνας και του ήχου παραπέμπουν σε καταγραφή καρδιακού παλμού, αντανακλούν την αίσθηση του επείγοντος και την ανησυχία της έκβασης του αποτελέσματος. Ως προέκταση της εικόνας του video, σε μια εικαστική performance την ημέρα των εγκαινίων, επεμβαίνει στην επιφάνεια ενός χάρτινου κύκλου διαμέτρου 8 μέτρων περίπου, όπου, σε ομόκεντρους κύκλους, έχει καταγράψει τα παραπάνω γεγονότα, τις εικόνες τους, τα δημοσιεύματα από τον τύπο, προχωρώντας, όσο πλησιάζει προς το κέντρο του κύκλου, από το γενικό στο ειδικό, στο άτομο, στα συγκεκριμένα πρόσωπα που δέχτηκαν την επίθεση και πλήρωσαν με το αίμα τους. Ο καλλιτέχνης επιτίθεται κυριολεκτικά σε αυτόν τον “τόπο μνήμης” τρίβοντας βίαια με μία βούρτσα τα τυπώματα έως ότου τα σβήσει από την επιφάνεια -και την συνειδητή μνήμη- τα ίχνη τους, αφήνοντας στο τέλος μια θολή, λερωμένη επιφάνεια που βεβαιώνει μεν μια πρότερη εμπειρία, αλλά έχει ακυρώσει πλέον, την δυνατότητα της καθαρής ανάγνωσης των γεγονότων.

Η Elena Kambina (Ουζμπεκιστάν) χρησιμοποιεί δυο στοιχεία –το αλάτι και την άμμο– για να αναπαραστήσει με συμβολικό τρόπο δύο τόπους που γεωγραφικά μέν γειτονεύουν, ουσιαστικά όμως είναι ριζικά διαφορετικοί: την Ασία και την Ευρώπη (έργο “Χωρίς Τίτλο”). Καθεμιά από αυτές μπορεί να θεωρηθεί ισότιμα κοιτίδα πολιτισμού, αφού μέσα στο χρόνο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση των χαρακτηριστικών εκείνον που οδήγησαν στην μορφή του σύγχρονου κόσμου. Στην εγκατάστασή της τα δύο στοιχεία μοιράζονται ένα κοινό σύνορο, αναμειγνύονται σποραδικά εδώ κι εκεί, αφήνουν ίχνη στο πέρασμα τους, αλλά πάντα διατηρούν καθαρά και ευκρινή τα χαρακτηριστικά και την ταυτότητά τους. Μέσω της φύσης τους και της εικαστικής τους φόρμας, η Kambina καταθέτει ένα έμμεσο σχόλιο στην μεταβλητότητα των πραγμάτων, στην ρευστότητα της μορφής τους και στην διαβρωτική επίδραση του χρόνου.

Η Μαρία Καραθάνου (Ελλάδα) και στους δύο χώρους, του Σκιρώνειο Μουσείου και του Σκιρώνειου Κέντρου Κηφισιάς, αναπτύσσει την ίδια ιδέα (“Globalizing”) παραλλάσσοντας επιμέρους στοιχεία της. Αναπτύσσει ένα πλέγμα από χοντρά σκοινιά, που προσαρμόζουν το σχήμα και την τροχιά τους ανάλογα με τον περιβάλλοντα χώρο τους και τις ιδιομορφίες του, σχολιάζοντας έτσι, τις διαδρομές που επιτελούν οι ανθρώπινες ζωές, τις πορείες που ακολουθούν, τις παράκαμψεις, τις συναντήσεις, τους χωρισμούς. Τα σχοινιά, όμοια μεταξύ τους και συγχρόνως διαφορετικά, υπόκεινται στην φθορά του χρόνου και στις αλλοιώσεις του, αφομοιώνονται από αυτόν, συνυπάρχουν ή τον προσπερνούν, επηρεάζονται από τις ιδιαιτερότητές του ή της παρακάμπτουν, για να καταλήξουν στο τέλος, στην θάλασσα –στην μία περίπτωση– ή στην υπέρβαση των τεχνητών ορίων, του συρματοπλέγματος –στην άλλη περίπτωση– που τους έχουν επιβληθεί. Στην Κηφισιά ένα λιόδεντρο αποτελεί τον πυρήνα συνάντησής τους και, για όποιον αφιερώνει τον απαραίτητο χρόνο να πλησιάσει αρκετά και να αφουγκραστεί, γίνεται αντιληπτό ένα αδιάκοπο, υπόκωφο, ρυθμικό μουρμούρισμα από την καρδιά του δέντρου, σαν αναπνοή, που δημιουργεί ένα αδιόρατο, άυλο αλλά υπαρκτό κανάλι μιας αλλόκοτης επικοινωνίας, ανάμεσα στη γη και στον θεατή με ενδιάμεσο το δέντρο.

Ο Χάρης Κοντοσφύρης (Ελλάδα) αναπτύσσει τον συλλογισμό του πάνω στο θέμα της μετανάστευσης και της αποδήμησης θίγοντας το θέμα της ύπαρξης ή της απουσίας της ανθρώπινης επικοινωνίας. Στο έργο του “Lein” το σκιερό αρχέτυπο μιας κινεζικής παγόδας μετατρέπεται σε κιβωτό ενός πανάρχαιο πολιτισμού, ο οποίος μεταφέρει τις εικόνες και τις μνήμες των μεταναστών στη νέα τους πατρίδα. Το φως και σκιά παίζουν καθοριστικό ρόλο εφόσον, μέσω αυτών, η αντανάκλαση της αρχιτεκτονικής κατασκευής και οι νοητικές τις προεκτάσεις διευρύνουν την παρουσία της στο χώρο, καθιστώντας την συστατικό μέρος της δεύτερης ενότητας. Σε αυτήν την δεύτερη ενότητα, ανθρώπινες φιγούρες σε φυσικό μέγεθος στέκονται σε ένα πεζοδρόμιο της Αθήνας. Τα πορτρέτα τους, φτιαγμένα πάνω σε ανοξείδωτη ανακλαστική λαμαρίνα αποδίδονται σχεδιαστικά, φέρουν σχισμές, ψαλιδιές και ουλές. Με την συμβολή του φωτός και των αντανακλάσεών του και εξαιτίας των ιδιοτήτων του υλικού, που είναι την ίδια στιγμή καθρέφτης και έσοπτρο, οι αναπαριστώμενες μορφές εμφανίζονται σαν σκιές στον χώρο δημιουργώντας σύγχυση και θέτοντας ερωτήματα σχετικά με τα όρια του πραγματικού και του φανταστικού, του υλικού και του άυλου. Από την άλλη πλευρά, η σκληρή και ψυχρή επιφάνεια καταγραφής αυτού του στιγμιότυπου στο πολυπολιτισμικό τοπίο της πόλης συμπεριλαμβάνει και αφορά ταυτόχρονα τον ίδιο τον θεατή, αφού το κατακερματισμένο είδωλό του προβάλλεται πάνω στη σύνθεση, ώστε να γίνεται αυτόματα μέρος της παράστασης.

Η Σία Κυριακάκος (Ελλάδα, Η.Π.Α.) αναζητά την ταυτότητά της μέσα από το παρελθόν της. Στο Σκιρώνειο Μουσείο, ένα όνειρο γίνεται η αφορμή για να δημιουργήσει ένα σύμβολο-μέσο σε αυτήν την στην αναζήτηση (έργο “Σπονδυλική Στήλη 2”). Το νυφικό που φορά ίδια, έρχεται από γενιά σε γενιά στις γυναίκες της οικογένειας. Η ίδια αποτελεί έναν κρίκο αυτής της πορείας μέσα στον χρόνο, είναι το αποτέλεσμα του παρελθόντος του φορέματος που ένωσε διαφορετικές γενιές, νοοτροπίες, πολιτισμούς και συγκέρασε, στο μετρό που του αναλογούσε, την παράδοση της Ελλάδας και της Αμερικής, τις δύο διαφορετικές ρίζες της οικογένειας της. Η ίδια η καλλιτέχνιδα βλέπει τον εαυτό της ως αποτέλεσμα όχι μόνο του άμεσου περιβάλλοντος της, αλλά ενός ευρύτερου συνόλου διαδρομών, συγκρούσεων, ζυμώσεων, ανατροπών, συμβιώσεων και συνυπάρξεων. Αυτές οι διαδρομές και οι ανατροπές οδηγούν στο φαινόμενο της μετανάστευσης και των νέων συνθηκών ζωής που αυτή δημιουργεί, τόσο για τους μετανάστες, όσο και για τους τόπους που τους υποδέχονται. Ο “Τοίχος” της Κυριακάκος στο Σκιρώνειο Κέντρο Κηφισιάς, όριο και θεμέλιο ταυτόχρονα, έχει ήδη παρουσιαστεί παραλλαγμένος σε πρόσφατη ατομική της έκθεση και δηλώνει με πολύ πιο χειροπιαστό και άμεσο τρόπο τα τεχνητά όρια και τα σύνορα. Περισσότερο όμως από την παρουσία του, ενδιαφέρει το ίδιο το καλούπι του, βασική προϋπόθεση και απαραίτητη συνθήκη κάθε υποδομής, που προηγείται ως κατασκευή, δηλώνει σαφώς την “εκβιαστική” του φύση και υπονοεί υπάρχουσες καταστάσεις και δομές. Κατασκευασμένο από παλιό ξύλο που χρησιμοποιείται από κατασκευή σε κατασκευή, αφήνει τα ίχνη του χρόνου και μεταφέρει την ιστορία και τα χαρακτηριστικά του πάνω σε κάθε νέα κατασκευή. Πιο συγκεκριμένα και χειροπιαστά από αυτά τα ίχνη, τα κρεμασμένα τάματα πάνω του διηγούνται προσωπικές ιστορίες, επιθυμίες και όνειρα και αναφέρονται σε πολύ συγκεκριμένες και σημαντικές στιγμές στις ζωές αγνώστων ανθρώπων, οι οποίες, παρά τη μοναδικότητά τους, στην ουσία αρθρώνονται, δομούνται και διέπονται από τις ίδιες αρχές, ανάγκες και διαδικασίες.

Η Adelina Lopez (Πορτογαλία) υποδηλώνει την ένωση των ανθρώπων γύρω από τον 38ο Παράλληλο επιλέγοντας βιομηχανικά στοιχεία και σύγχρονη γλώσσα, δίνοντας έτσι, το στίγμα της εποχής. Χρησιμοποιώντας φωτογραφικές τεχνικές δημιουργεί ένα κλειστό κύκλωμα κατασκευασμένο από πρίζες συνδεδεμένες η μία με την άλλη. Ταυτόχρονα, οι εν δυνάμει πολλαπλές ανοιχτές συνδέσεις μπορούν να οδηγήσουν, μέσα από μια άλλη λογική και υπό διαφορετικές συνθήκες, σε εντελώς νέους σχηματισμούς. Έτσι, το βασικό σχήμα δεν αλληλοεξαντλείται αλλά, αντίθετα, αποτελεί τον πυρήνα, την βάση για εξέλιξη και διεύρυνση. Το τετράγωνο σχήμα της σύνθεσης αναφέρεται στην σταθερή και πάντα παρούσα σχέση και θέση των ανθρώπων μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος τους, ενώ το λευκό χρώμα του βάθους άρει κάθε αναφορά, υπογραμμίζει την διαχρονική ισχύ τις προτάσεις τοποθετώντας την εικόνα-πυρήνα σε ένα α-χρόνο και ένα α-τόπο (έργο “Κλειστό κύκλωμα με πολλαπλές δυνατότητες ανοίγματος”).

Η Lola Marazuela και ο Paco Mesa (Ισπανία) διανύουν την απόσταση από την Πορτογαλία ως την Ελλάδα πάνω στον 38ο Παράλληλο, καταγράφοντας τις εικόνες που συναντούν στο δρόμο τους (Έργο “Ταξίδι”. Οι ίδιοι καλύπτουν την Ιβηρική Χερσόνησο και, εν είδει λαμπαδηδρομίας, άλλοι καλλιτέχνες θα συνεχίσουν τη διαδρομή, ο καθένας στην χώρα του, πάντα πάνω στο 38ο Παράλληλο. Στην Αθήνα, στον χώρο του Μουσείου μεταφέρεται διττά αυτή τους η εμπειρία: από την μια πλευρά το video περιγράφει και αφηγείται, εμμένοντας στις πιο χαρακτηριστικές εικόνες, στα διακριτικά της ταυτότητας κάθε περιοχής. Από την άλλη πλευρά, το φωτογραφικό υλικό δημιουργεί τη βάση και την αρχή ενός ανοιχτού φωτογραφικού βιβλίου που θα διευρυνθεί στο μέλλον μέσα από ανάλογες πορείες, έως ότου κλείσει ο κύκλος του 38ου Παραλλήλου. Με μια παράλληλη κίνηση, που αναφέρεται αυτή τη φορά στον χώρο και στα σύμβολα της Ελλάδας μετατρέπουν σε τάματα τα ελαιόδεντρα του Σκιρώνειου Κέντρου στην Κηφισιά. Το δέντρο γίνεται ένα είδος βωμού και τα φύλλα του καλύπτονται με μια λεπτή στρώση χρυσού χρώματος, διευρύνοντας τους συμβολισμούς του και την σύνδεση του με την παράδοση, αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή-Χριστιανική ταυτόχρονα, αρθρώνοντας μια διαφορετική αφήγηση, ιδιαίτερα συμπυκνωμένη στην εκφραστική της δύναμη. Η αίσθηση της ιερότητας προκύπτει από τον συμβολισμό του δέντρου από την αρχαιότητα ως σήμα ειρήνης, νίκης και ελπίδας, αλλά και ως ένδειξη ζωής στην Παλαιά Διαθήκη -το κλαδί που έφερε το περιστέρι στην Κιβωτό, μετά τον κατακλυσμό. Ακόμα περισσότερο, παραπέμπει άμεσα στο φόντο των βυζαντινών εικόνων και στα χρυσά, συνήθως, τάματα που τους αφιερώνονται και, ταυτόχρονα, στα στεφάνια της νίκης στην αρχαιότητα, στα τρόπαια που συμβόλιζαν πολύ πιο ουσιαστικές έννοιες από την αθλητική διάκριση στον αγωνιστικό στίβο.

Ο Massimiliano Mastronardi (Ιταλία) χρησιμοποιεί τις εικόνες και τα στερεότυπα της καταναλωτικής δυτικής κοινωνίας για να χλευάσει τις συμβάσεις και τα πρότυπά της και για να κάνει το δικό του σχόλιο σε σχέση με τη θρησκεία, δυνάμει όριο και σύνορο ή μέσο ενότητας και αρμονικής συνύπαρξης. Στο έργο του “Crēdere? (Να πιστεύει κανείς;”), στην παραδοσιακή μορφή του θρησκευτικού τριπτύχου, σχολιάζει καυστικά την εξουσία της θρησκείας τοποθετώντας τον άνθρωπο -τον ίδιο του τον εαυτό-, ως κεντρικό θέμα ανάμεσα στους πόλους που διαμόρφωσαν την ταυτότητα και την ουσία της Ανατολής και της Δύσης. Από το παραδοσιακό τρίπτυχο κράτα μόνο την εξωτερική του μορφή, τον “τύπο” που, συνήθως, δημιουργεί νοητικά δεσμά χωρίς να διατηρεί πάντα την ουσία του και βασίζει την σκανδαλισμένη αμηχανία του θεατή στους άμεσους και αναπόφευκτους συνειρμούς που προκαλεί.

Τον Μίλτο Μιχαηλίδη (Ελλάδα) απασχολεί έντονα το πρόβλημα της μνήμης και του ίχνους της. Αυτή μπορεί να καταγράφεται και να μεταφέρεται μέσα από καθημερινά, ευτελή και, κάποτε, φαινομενικά αδιάφορα αντικείμενα, τα οποία, έξω από τον οικείο, καθημερινό τους χώρο, φορτίζονται έντονα, αποκτούν ιδιαίτερο ειδικό βάρος και συμβολικές διαστάσεις. Στο Σκιρώνειο Μουσείο, οι σκονισμένες βαλίτσες κουβαλούν τα ίχνη της ιστορίας τους και υπονοούν μια συνεχώς μεταβλητή και ρευστή πραγματικότητα και ένα παρόν που χτίζεται από τα μέλη του παρελθόντος. Δίπλα τους η άδεια πολυθρόνα δημιουργεί την αναμονή μιας παρουσίας. Η ακύρωση του φυσικού τους χώρου, του εσωτερικού κάποιο σπιτιού με τα οικεία, αναμενόμενα λοιπά συνθετικά του και η αντικατάστασή του με το εξωτερικό, φυσικό περιβάλλον δημιουργεί μια έντονη αίσθηση έκπληξης και αινίγματος… Η απρόσμενη τοποθέτηση του καθρέφτη στη θέση των ενοίκων της πολυθρόνας διευρύνει αλλόκοτα την παρουσία τους, επιτείνοντας τον γρίφο: αντανακλά, και με αυτόν τον τρόπο εμπεριέχει, το φυσικό περιβάλλον φυλακίζοντας και μεταφέροντας συγχρόνως, τις προσωπικές πορείες και ιστορίες τους. Ταυτόχρονα λειτουργεί ως “μαγικός καθρέφτης” που προβάλει τις επιθυμίες του ενοίκου της ή και των ίδιων των επισκεπτών, πιθανόν κοινές κατά βάθος: την ελευθερία, την κατάργηση των ορίων και των στεγανών και το ταξίδεμα που συμβολίζει ο ουρανός. Στο Σκιρώνειο Κέντρο Κηφισιάς, ακολουθώντας μια ανάλογη λογική, σε ένα περιβάλλον που ανατρέπει εσκεμμένα όλους τους λογικούς συσχετισμούς και την δεδομένη χρήση των πραγμάτων, μια παλιά ντουλάπα γίνεται αντικείμενο μνήμης και ταξιδιού σε χώρο και σε χρόνο, προφυλάσσει και διατηρεί κομμάτια ζωής, εμπειρίας, λειτουργεί ως παρακαταθήκη, μετατρέπεται η ίδια σε ύπαρξη. Δίπλα της τα ξύλινα κιβώτια εμπεριέχουν το δικό τους φορτίο μνήμης, επιβεβαιώνοντας το ίδιο το γεγονός της επερχόμενης ή της ήδη περατωμένης και τετελεσμένης μετακίνησης και αλλαγής (σειρά έργων “Ψάχνοντας τον 38ο Παράλληλο”).

Εσωτερικά ταξίδια, ίχνη, πορείες στον χώρο και στον χρόνο και η μνήμη που συνδέει και δίνει νόημα στα επιμέρους θραύσματα είναι τα σημεία που θίγει στο έργο της η Κατερίνα Μπαραμπούτη (Ελλάδα). Στην “Μνήμη”, στο Σκιρώνειο Μουσείο, μια γλυπτική εγκατάσταση-περιβάλλον, δύο σπείρες εκφύονται από το ίδιο σημείο, αναπτύσσονται στον χώρο και η μία λειτουργεί ως καθρέφτης της άλλης. Ο θεατής, με την κίνησή του μέσα στις σπείρες, γίνεται μέρος του έργου, ή το έργο γίνεται μέρος του εαυτού του. Χάνοντας σταδιακά την επαφή του με τον έξω κόσμο, αναγκάζεται να δημιουργήσει νέα σημεία αναφοράς και προσδιορισμούς. Η σπείρα γίνεται κέλυφος που τον προστατεύει και τον απομονώνει από το περιβάλλον του, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί τον μοναδικό τρόπο αντίληψης και επικοινωνίας του με τον έξω κόσμο. Η ιχνηλάτησή της, η αναγνώριση της υφής της ύλης και της φόρμας της είναι ο μόνος τρόπος για την κατανόηση και την αποδοχή της. Στο Σκιρώνειο Κέντρο στην Κηφισιά η Μπαραμπούτη επιλέγει συμβολικά το χέρι και το μετατρέπει σε “τάμα” (έργο “Τάματα”). Το χέρι αποτελεί, περισσότερο από τις λέξεις, το βασικό μέσο διά του οποίου ο άνθρωπος επικοινωνεί, αντιλαμβάνεται και εξερευνά το περιβάλλον του και, κυρίως, εκφράζει τον εαυτό του. Συλλέγει έτσι, δείγματα χεριών διαφορετικών ανθρώπων, κρατώντας ουσιαστικά το ίχνος τους, την μαρτυρία της σύντομης συνάντησής τους. Τοποθετημένα πάνω στα κλαδιά της ελιάς, σα να γαντζώνουν την μνήμη τους στον χρόνο, αφηγούνται εσωτερικές διαδρομές στον χώρο και στον χρόνο, αποτυπώνουν υπαινικτικά παρουσίες, συναντώνται, μπλέκονται μεταξύ τους ή προσπερνά το ένα το άλλο. Η παρουσία τους, που επιτείνεται από τα ίχνη των βημάτων τους, βαραίνει μέσα από την απουσία τους, γίνεται σχεδόν μυστηριακή, ενώ οι αναμνήσεις τους δημιουργούν ένα πλέγμα κατευθύνσεων, ένα συμπυκνωμένο τοπίο μνήμης.

Το έργο “Transition / Μετάβαση” της Ελένης Πανουκλιά (Ελλάδα) διακρίνει μια εσωτερική μαγεία και ένας σχεδόν αδιόρατος ρυθμός. Σε μια σπηλιά στο Σκιρώνειο Μουσείο επιχειρεί την αντιπαράθεση της Ανατολής με τη Δύση, δύο πολιτιστικών συστημάτων που καθόρισαν την διαμόρφωση της ανθρώπινης ιστορίας. Μέσα από τον διάλογο λεπτών εννοιών και ευαίσθητων ισορροπιών αναπτύσσει, από τη μία πλευρά, έναν απόλυτα ελεγμένο φυτικό σχηματισμό, όπου καμιά φυσική τάση δεν επιτρέπεται να ξεφύγει από τον προδιαγεγραμμένο σχεδιασμό, στον οποίο ζητούμενο είναι η ομοιομορφία και η μαζική παραγωγή. Από την άλλη, με μια κίνηση εντελώς απρόοπτη και ανατρεπτική, τοποθετεί ακριβώς από πάνω, κρεμασμένη από τον βράχο της σπηλιάς, μια ογκώδη ρίζα δέντρου, φαινομενικά ξερή και νεκρή, που προϋπάρχει χρονικά και ενέχει την εμπειρία του χρόνου. Η αιώρηση αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο στην εικαστική γλώσσα της Πανουκλιά. Παραπέμπει στην βαρύτητα και, συνήθως, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, δημιουργεί αντίστιξη με το “άδειο” του γύρω χώρου. Η ρίζα μοιάζει πως αιωρείται στο κενό αποκομμένη από τον φυσικό της χώρο που της εξασφαλίζει τη ζωή. Διαφανή σωληνάκια ξεκινούν από διάφορα σημεία της και καταλήγουν στο χώμα τροφοδοτώντας το φυτώριο με απρόσμενο τρόπο και από απρόσμενη πηγή, ενώ, ανάμεσα στα δύο, μια έντονη γραμμή φωτός τοποθετεί τον ορίζοντα. Η τάξη συνυπάρχει με την αταξία, η γεωμετρική λογική ανάπτυξη με την τυχαία και χαώδη, το λογικό με το παράλογο. Οι επιμέρους μονάδες, σκέψης και φόρμας, επαναλαμβάνονται έως ότου ωριμάσουν, δημιουργώντας μια ευρύτερη σύνθεση, ενώ η επιλογή του χώρου -μια φυσική κοιλότητα του εδάφους- είναι απολύτως συνειδητή: υποδέχεται, εμπεριέχει, προφυλάσσει και διατηρεί στη ζωή αυτόν τον ανορθόδοξο, εκ πρώτης όψεως, σχηματισμό.

Η Άρτεμις Ποταμιάνου (Ελλάδα) στην σειρά “White Cube” καταγράφει και διατηρεί εν είδει ντοκουμέντου τους συμβολικούς τόπους συγκέντρωσης και επικύρωσης της πολιτισμικής ταυτότητας και ιστορίας: τα μουσεία και, ακόμα πιο συγκεκριμένα, ορισμένα από αυτά που αποτελούν σημεία αναφοράς για την σύγχρονη τέχνη ανά τον κόσμο, πάνω στον 38ο Παράλληλο. Με τον φωτογραφικό της φακό αναζητά την ταυτότητα του μουσείου-κελύφους, το οποίο, μέσα από την αισθητική του, ως αποτέλεσμα της πνευματικής παρακαταθήκης που κουβαλά, γίνεται το ίδιο έργο τέχνης και “εκτίθεται”. Υιοθετώντας την ματιά πορτραιτίστα, εστιάζει σε εκείνα τα χαρακτηριστικά που το καθιστούν οικείο και ταυτόχρονα νέο χώρο. Επιβεβαιώνει την ταυτότητα και τη θέση του, ενώ κατευθύνει το βλέμμα του θεατή σε λεπτομέρειες που δεν γίνονται αντιληπτές με την πρώτη ματιά, ή δεν γίνεται αντιληπτή η σημασία τους, ενώ είναι ακριβώς η παρουσία τους που καθορίζει και επιβεβαιώνει όλα τα υπόλοιπα. Μέσα από τη φόρμα τους, τα υλικά και την αρχιτεκτονική τους δομή, σχολιάζει την παντοδυναμία αυτών των φορέων που ορίζουν το “τι είναι τέχνη” ασκώντας αδιαμφισβήτητη εξουσία και, κατ’ επέκταση, θέτει ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται το καλλιτεχνικό αντικείμενο, τον συσχετισμό του με το περιβάλλον του, τον βαθμό στον οποίο κατορθώνει να προστατεύσει τον ζωτικό του χώρο, την σχέση του μουσείου με τον ίδιο τον καλλιτέχνη και την επίδραση που έχει πάνω στον τελευταίο η ισχύς αυτού του φορέα, που επικυρώνει ό,τι κρίνεται πως αποτελεί συστατικό στοιχείο κάθε εποχής. Επιμένοντας στα εννοιολογικά της σχόλια τοποθετεί τις φωτογραφίες της σε φωτεινά κουτιά από πλεξιγκλάς ανατρέποντας τους ρόλους και τα δεδομένα, αφού καθιστά τον ίδιο τον χώρο υποδοχής αντικείμενο έκθεσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δημιουργώντας την αίσθηση της αποστείρωσης και του απόμακρου, αναγκάζοντας σε μια ψυχρή αποστασιοποιημένη θέαση της εικόνας και αλλοιώνοντας σε μεγάλο βαθμό την αυθόρμητη και άμεση αισθητική απόλαυση με το ίδιο το θέμα.

Ο χώρος, ο χρόνος και η μνήμη αποτελούν τους θεματικούς άξονες στο έργο της Katāyoun Rouhi (Ιράν). Μέσα από τις δύο διαστάσεις των ζωγραφικών της επιφανειών έρχεται αντιμέτωπη με το “status” της εικόνας, την πραγματική της ταυτότητα και τον τρόπο που αυτή λειτουργεί ως φορέας κρυμμένων μηνυμάτων (έργα “Η αφαίρεση του πέπλου - dévoilement” και “Τα παιδιά και ο πόλεμος”). Ο διάλογος επιφάνειας-βάθους είναι συνεχής και επίμονος και στοχεύει πάντα στην επισήμανση του ίχνους του χρόνου και του αποτυπώματός του πάνω της. Συχνά τον ζωγραφικό χώρο των εμπλουτίζουν, διευρύνοντάς τον, επεισόδια αποτελούμενα από κολάζ φωτογραφιών. Αυτά επιχειρούν επιπλέον διαδρομές στο σώμα της ζωγραφικής, αναζητώντας την μοναδικότητα της υπόστασής της και την ανάδειξη των επιμέρους επεισοδίων που την αποτελούν.

Στο έργο “Untitled” της Canal Senol (Τουρκία) η γυναίκα και ο κόσμος της αποτελεί το μοναδικό, σχεδόν, αντικείμενο ενδιαφέροντος. Το έργο της αφορά την κάλυψη των γυναικών, τον εξαναγκασμό που υπόκεινται ώστε να γίνουν όσο το δυνατόν περισσότερο “απούσες” μέσα από την φυσική τους παρουσία. Ανεξάρτητα όμως, από τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις, το ένστικτο και η ανάγκη να υπάρξουν κατόρθωσε να βρει διεξόδους δηλωτικές της διαφορετικότητας της καθεμιάς που, πρώτα από όλους και από όλα, έχει ανάγκη να επιβεβαιώσει στον ίδιο της τον εαυτό την ύπαρξη της. Οι πολύχρωμες μαντήλες που είναι απλωμένες σε σχοινιά ανάμεσα στις ελιές και ο ήχος από τα μικρά κουδουνάκια που είναι κρεμασμένα στις άκρες τους, πάνω σε κρόσια από φυσικό ανθρώπινο μαλλί, αρθρώνουν ένα σύνολο συμβόλων ενός εύθραυστου κόσμου, υπαινίσσονται παρουσίες, ανάσες και κινήσεις.

Ο Morgan Showalter (Η.Π.Α.) στο “The Tricky Part” επιχειρεί ένα σχόλιο και μια σύγκριση των διαφορετικών κωδικών που αρθρώνουν βασικές πολιτισμικές συμπεριφορές. “Τί μας ενώνει και τι μας χωρίζει;” είναι η ερώτηση που τίθεται. Ο Showalter επιλέγει χαρακτηριστικές δραστηριότητες τριών εκ διαμέτρου διαφορετικών πολιτισμών, της Κορέας, της Ευρώπης και της Αμερικής, και μέσα από τον ρυθμό και την κίνηση του ανθρώπινου σώματος, αλάνθαστου φορέα μηνυμάτων, αφήνει να διαφανούν τα κοινά στοιχεία που τις ενώνουν πέρα από την φαινομενική απόσταση που τις χωρίζει. Στην Κορέα μια γυναίκα καταγίνεται με την τελετή του τσαγιού, όπου κάθε χειρονομία και κάθε αντικείμενο βρίθει συμβολισμών. Οι κινήσεις, αργές και μελετημένες, αποτελούν από μόνες τους μαρτυρία του πολιτισμού που τις γέννησε. Στην Ελλάδα ένα ζευγάρι χορεύει στους ρυθμούς ενός λαϊκού χορού που φέρνει μέσα του τα σπέρματα των ιστορικών ζυμώσεων της χώρας με την Ανατολή, ενώ στις Η.Π.Α. μαθητές του καλλιτέχνη επιδίδονται σε ένα “step dancing”, ο ρυθμός του οποίου παραπέμπει άμεσα σε σύγχρονα δυτικά ακούσματα. Η έκφραση του χορού αποτελεί συγκερασμό της εμπειρίας τους στην σύγχρονη Αμερική και της μνήμης των παραδοσιακών τύπων του αφρικάνικου παρελθόντος. Η αντιπαράθεση και η σύγκριση προκύπτουν αυτόματα αποκαλύπτοντας ένα πολλαπλό πλέγμα “αναγνώσεων” των εικόνων.

Σταθερό αντικείμενο ενδιαφέροντος για τον Αλέξη Ψυχούλη αποτέλεσε ανέκαθεν το ζητούμενο της επικοινωνίας και των “δεδομένων” της. Η δουλειά που έδειξε στους χώρους του Σκιρώνειου Μουσείου (σειρά “Infonation”) εμφανίζεται απρόοπτα σε ασυνήθιστους χώρους και σημεία και δημιουργεί ερωτηματικά. Σε έναν πολιτισμό που βασίζεται στη δύναμη της εικόνας και στην αποδοχή κοινών κωδικών ερμηνείας της, ανατρέπει τον λογικό ειρμό των πραγμάτων, άρει τις παραδεδομένες σύμβασεις, καταργεί αυθαίρετα την ερμηνεία των συμβόλων επαναπροτείνοντας νέα στη θέση των παλιών, θέτει υπό αμφισβήτηση κοινά αποδεκτούς κανόνες, εμπαίζει την βεβαιότητα και τους αυτοματισμούς της συμπεριφοράς που γεννώνται από την καθημερινή επανάληψη. Η οικεία τους μορφή -στον τύπο των σημάτων που μας καθοδηγούν στην καθημερινή μας ζωή- λειτουργεί τελικά ως παγίδα αφού φέρνει τον θεατή-συμμέτοχο του έργου του σε συνεχή αδιέξοδα και εκπλήξεις αποπροσανατολίζοντας τον. Σε έναν χώρο φαινομενικά βατό, οι πληροφορίες που δίνουν δεν συνδέονται μεταξύ τους με λογική αιτιότητα, όπως είναι αναμενόμενο, ούτε επιτελούν ορισμένο σκοπό. Τα σήματα-σύμβολα στο έργο του δεν αμφισβητούν μόνο την πεποίθηση της ασφαλούς επικοινωνίας, αλλά υπογραμμίζουν, ταυτόχρονα, την έλλειψη ενός ουσιαστικού και σταθερού υπόβαθρου πίσω από αυτά και τους κινδύνους που ελλοχεύει ο εφησυχασμός στο “οικείο” περιβάλλον.

Στα σχέδια του Qi Kai Zhang (Κίνα) η συνύπαρξη της Άπω Ανατολής με τη Δύση μέσα από τον πολιτισμό και τις κοσμοθεωρίες τους, εξίσου μακραίωνες και βαριές και στις δύο περιπτώσεις, αποτελεί σχεδόν μόνιμο αντικείμενο διερεύνησης και προβληματισμού. Μέσα από ένα συμβολικό “λεξιλόγιο” και ένα συντακτικό που αρθρώνεται πάνω σε λεπτές ισορροπίες εννοιών και καταστάσεων και καλά ζυγισμένες αντιθέσεις, θίγει καίρια σημεία και θέτει ουσιαστικά ερωτήματα σχετικά με τα πολιτισμικά σημεία αναφοράς των δύο κόσμων. Ο ρόλος της θρησκείας, οι έννοιες της ζωής και του θανάτου, η εμπειρία του βιωμένου χρόνου και ο τρόπος που αυτά δοκιμάστηκαν διαμορφώνοντας αντιλήψεις και καθημερινότητα, προκύπτουν αβίαστα ως αποτέλεσμα της συνομιλίας των υλικών του και της εικαστικής του φόρμας. Στην προκειμένη περίπτωση (έργο “Reflection”) ενώνει συμβολικά τη γη και τον ουρανό μέσα από τα βασικά, για την Κινέζικη παράδοση, σχήματα του τετραγώνου και του κύκλου, βλέποντας τον άνθρωπο και την ιστορία του ως αδιαίρετο σύνολο. Στη σφαίρα που εμπεριέχεται στον κύβο, το πνευματικό συνυπάρχει με το υλικό, ενώ η διάφανη φύση του γυαλιού συγκρούεται με το ψυχρό ατσάλι που οριοθετεί και ταυτόχρονα στηρίζει τις φόρμες. Μέσα στην σφαίρα, αναφορά στον ουρανό και στην πνευματική υπόσταση του ανθρώπου, τοποθετεί τα σύμβολα των βασικών θρησκειών ή δογμάτων που όρισαν και καθόρισαν τον κόσμο, διαφοροποιώντας η διχάζοντάς τον. Η υπαινικτική φύση των συμβόλων λειτούργησε πάντα πολύ πιο άμεσα και αποτελεσματικά συσπειρώνοντας συνειδήσεις, επιβεβαιώνοντας ταυτότητες και ορίζοντας πλαίσια ζωής.

Από την Βίκυ Καραΐσκου (Δρ. Ιστορικός Τέχνης και Επιμελήτρια της έκθεσης).